Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

Laissez faire

 Βρισκόμαστε σήμερα αντιμέτωποι με τη λεγόμενη οικονομική κρίση. Κάποιοι, όλο και λιγότεροι, υποστηρίζουν πως η κρίση δεν είναι πραγματική αλλά κατασκευασμένη. Κάποιοι άλλοι πως είναι τόσο απρόβλεπτες οι αυριανές συνέπειες της σημερινής κατάστασης που ο όρος κρίση από μόνος του να μην είναι δυνατόν να περιγράψει το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των εξελίξεων στο μέλλον. Ποιά όμως είναι η πραγματική κρίση?

Από τη βιομηχανική επανάσταση μέχρι σήμερα έπεσαν πάρα πολλές ιδέες στο τραπέζι και άλλες τόσες έγινε προσπάθεια να εφαρμοστουν. Στην προ βιομηχανικής επανάστασης εποχή οι κοινωνίες είχαν κατασταλάξει στο φεουδαρχικό σύστημα. Όχι το καλύτερο δυνατό ή το πλέον ευχάριστο αλλά το μόνο που κατάφεραν να εφαρμόσουν. Η γη ανήκε στο γαιοκτήμονα φεουδάρχη και δουλευόταν από ακτήμονες. Ο γαιοκτήμονας υποτίθεται πως αναλάμβανε την προστασία των πληθισμών από ληστές, πειρατές και άλλα κακοποιά στοιχεία διατηρόντας προσωπικό στρατό και οχυρωματικά έργα. Κάποιος άλλος υπεργαιοκτήμονας που λεγόταν βασιλιάς και είχε περισσότερο στρατό φρόντιζε να μην τσακώνονται οι γαιοκτήμονες μεταξύ τους και τους προστάτευε από άλλους γαιοκτήμονες άλλων βασιλείων ή πραγματοποιούσε εκστρατείες εναντίον άλλων βασιλιάδων μοιράζοντας τα "κέρδη" κατά το δοκούν. Στα αστικά κέντρα στον τομέα της μεταποίησης αναπτύχθηκαν συντεχνίες ενώ το "δικαίωμα" της "πρώτης νύχτας" έδινε κι έπαιρνε.
Μέχρι εκείνη την εποχή η εγκατάσταση των δραστηριοτήτων ήταν αυστηρά καθορισμένη από τις κινητηρίους δυνάμεις που ήταν ο άνεμος, το τρεχούμενο νερό και τα ζώα. Η επανάσταση ήρθε από ένα νεο τεχνολογικό κύμα, την ατμομηχανή, που εγκαθιστούσε τη δραστηριότητα όπου "βόλευε" και οι φυσιοκράτες στηλίτευσαν το μερκαντιλισμό διακυρήσοντας περήφανα το Laissez faire. Οι νέες τάξεις των εμπόρων και των βιομηχάνων διεκδίκησαν τον καπιταλισμό και πολύ γρήγορα τα τεράστια στόκ που συσσωρεύτηκαν στις αποθήκες τους ήρθαν να τους διαψεύσουν. Κάτι άλλο χρειαζόταν, κάτι έλειπε, μιας και οι ιδέες του κυρίου Smith ακούγονταν υπέροχες αλλά οι φυσικοί νόμοι αδυνατούσαν όπως διαφάνηκε να ισορροπήσουν τις παρά φύσιν ανθρώπινες αγορές.
Έτσι καταλήξαμε στα λεγόμενα συστήματα μεικτής οικονομίας, οπου οι τιμές επηρεάζονταν βεβαίως από τις δυνάμεις προσφοράς και ζήτησης αλλά και το κράτος έπαιζε το ρόλο του εξασκόντας τάσεις με την εφαρμογή κινήτρων ή αντικινήτρων, τη δημιουργία θεσμικών πλαισίων για την αποφυγή πάσης φύσεως σπέκουλας και τον έλεγχο της αξίας του χρήματος.
Τα υπόλοιπα είναι λίγο ως πολύ γνωστά. Απόψεις για περισσότερη η λιγότερη παρέμβαση του κράτους, η "Νέα οικονομική πολιτική" του Λένιν που έφτασε στον "Kεντρικό σχεδιασμό" της παραγωγής από το Στάλιν, ή η "Γενική θεωρία του τόκου και του χρήματος" του Kaynes που κατέληξε στις πονηριές του θείου Miltie.
Κάθε εφαρμοσμένο μέχρι σήμερα οικονομικό σύστημα επιχείρησε να ρυθμίσει την παραγωγή ή την κατανάλωση. Ποτέ όμως και τα δύο.
Στο μεταξύ οι εξελίξεις μας πρόλαβαν και μας σάρωσε ένα νέο τεχνολογικό κύμα, αυτό των ηλεκτρονικών μέσων και των τηλεπικοινωνιών. Και όπως κάθε νέο τεχνολογικό κύμα, έτσι και αυτό απαιτεί ένα νέο οικονομικό και κοινωνικο σύστημα για να το διαχειριστεί. Και τέτοια πρόταση βεβαίως δεν έχει πέσει στο τραπέζι αφήνοντας στην κοινωνία ένα τεράστιο κενό. Κενό που έσπευσε να καλύψει το χρηματοπιστωτικό σύστημα, με σκοπό βεβαίως το ίδιον όφελος.
Αυτό που περιγράφει πολύ οραία ο φίλος μου ο Χρήστος με το παράδειγμα του Χρηματιστή.
Φανταστείτε ένα χρηματιστή στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ογδόντα, που με το καμπανάκι της λήξης της συνεδρίασης φεύγει με μια βαλίτσα λεφτά την οποία κρύβει εκεί που ξέρει, τρώει όλη την κίνηση του Μπρούκλυν να πάει στο JFK να πάρει το Concord, να φύγει του σκοτωμού για τη Σιγκαπούρη να προλάβει την εκεί συνεδρίαση, να συνενοηθεί με τους Κινέζους για να κάνει μια και μόνο κερδοσκοπική συναλλαγή.
Ο ίδιος χρηματιστής μια δεκαετία μετά φορτώνει στον υπολογιστή του έναν "έξυπνο" αλγόρυθμο που κάνει όλες τις συναλλαγές την ώρα που αυτός κοιμάται και του γεννάει χρυσά αυγά. Και αυτά ακριβώς είναι τα χρέη μας. Τα δικά μας και όλων.
Ο "φυσιοκράτης" λοιπόν τώρα "δικαιώνεται".
Μέχρι σήμερα η συσώρευση και διαχείρηση του πλούτου γινόταν από τους βιομηχάνους της στεριάς και τους εφοπλιστές της θάλασσας. Σήμερα τις ροές αυτές τις διαχειρίζεται το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Κι αν οι βιομήχανοι της στεριάς ή της θάλασσας ήταν υποχρεωμένοι να ανακυκλώνουν το κεφάλαιό τους πληρώνοντας τις αποσβέσεις τους οι χρηματιστές και οι τραπεζίτες δεν είναι. Δηλαδή ο βιομήχανος καρπωνόταν μεν την υπεραξία του προϊόντος που παρήγαγε αλλά έπρεπε να αποδώσει ημερομίσθια και να συντηρήσει τον εξοπλισμό του, μαζί με όλες τις διεκδικήσεις και τις πιέσεις που όφειλε να εξισορροπεί. Οι "αγορές" από την άλλη παραδίδουν καμένη γη.
Και βέβαια δε μπορούμε να κατηγορήσουμε τον Adam Smith γιατί όπως κι ο Δαρβίνος δεν είχε ιδέα ο άνθρωπος που θα πήγαινε το πράγμα. Μπορούμε όμως να κατηγορήσουμε το θείο Miltie ο οποίος γνώριζε πολύ καλά και τις σημερινές κυβερνήσεις των κρατών που έγιναν υποχείρια των αγορών.
Και οι φυσιοκράτες "δικαιόνονται" χωρίς να έχουν επιχειρήματα, χωρίς να έχουν κάτι να προσφέρουν ή να προτείνουν.
Η λογική της καμένης γής είναι πάρα πολύ απλή. Σου λέει, γιατί να αναπτύξουμε συστήματα, να τα χρηματοδοτήσουμε, να τα προστατεύσουμε και να έχουμε και το κόστος της πιθανής αποτυχίας τους πάνω απ' τα κεφάλια μας? Αφού δόξα το θεό θεομηνίες και πόλεμοι γίνονται ούτως ή άλλως, ας βγάλουμε λεφτά. Πολλά λεφτά που θα φέρουν κι άλλα λεφτά. Κι αν αυτά τα λεφτά δεν υπάρχουν δεν πειράζει, εμείς θα τα έχουμε βγάλει. Πουλάμε όπλα που κατεδαφίζουν πόλεις και μετά πουλάμε μπουλντόζες που τις χτίζουν. Πουλάμε εμβόλια που αρωσταίνουν τον κόσμο και μετά πουλάμε αντιβιωτικά για την αρώστεια.
Η σημερινή κρίση λοιπόν δεν είναι κατασκευασμένη και δεν είναι οικονομική. Είναι κρίση αξιών, είναι κρίση του συστήματος το οποίο έχει ξεπεραστεί.

ΥΓ. Και όσο η κρίση του συτήματος μαίνεται στη χώρα μας η κυρία Διαμαντοπούλου αντί να φροντίσει για το χάλι του εκπαιδευτικού συστήματος, έσπευσε να προωθήσει κουπόνια ιδιωτικών εκπαδευτηρίων κατά τα πρότυπα διαχείρισης της κρίσης του τυφώνα Κατρίνα.
Η καμένη γη καλά κρατεί.

Πάω να φάω γιαούρτι ν' ασπρίσω.
Ο Καζαμπούμπου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου